Σαράντα χρόνια µετά, ο Ζαν Μισέλ Ζαρ είναι πλέον 67 ετών. Eχει στο βιογραφικό του 18 δισκογραφικές δουλειές και δεκάδες ζωντανές εµφανίσεις µε οπτικά εφέ, λέιζερ και πυροτεχνήµατα, µπροστά σε πολυπληθή ακροατήρια (το µεγαλύτερο που έχει καταγράψει το Βιβλίο Γκίνες ήταν δικό του, το 1997 στη Μόσχα, µε 3,5 εκατοµµύρια θεατές!) και εδώ και οκτώ χρόνια δεν έχει κυκλοφορήσει καινούργιο υλικό.

Απολύτως λογικό, λοιπόν, να αποτελεί το δισκογραφικό γεγονός της χρονιάς η επιστροφή του. Πόσω µάλλον που το «Electronica Volume I: The Time Machine», το οποίο κυκλοφορεί στις 19 Οκτωβρίου (µαζί µε το δεύτερο µέρος που αναµένεται την άνοιξη του 2016), περιλαµβάνει 30 συνεργασίες µε µεγάλα ονόµατα των τελευταίων τεσσάρων δεκαετιών που έχουν εµπνευστεί αλλά και εµπνεύσει τον Ζαρ. Μεταξύ τους οι Πιτ Τάουνσεντ των The Who, Λόρι Αντερσον, Τζον Κάρπεντερ (ο γνωστός σκηνοθέτης αλλά και µουσικός), Μόµπι, Air, Massive Attack, Βινς Κλαρκ (των Depeche Mode και των Erasure), Tangerine Dream, αλλά και οι νεότεροι Fuck Buttons, Little Boots και M83.

«Ξεκίνησα το πρότζεκτ πριν από πέντε χρόνια», µου λέει ο Ζαρ στο τηλέφωνο, από την Αγγλία όπου βρίσκεται. ∆ίπλα του, η υπεύθυνη της δισκογραφικής Sony µάς δίνει 15 λεπτά µε πιθανότητα επέκτασης στα 20 -αν το θελήσει ο συνθέτης- και ήδη νιώθω να καταπιέζοµαι γιατί θέλω πολλά να τον ρωτήσω. Ο ίδιος, γλυκύτατος, απαντά χωρίς να κοµπιάζει, µε τη γοητευτική γαλλική του προφορά, χαίρεται που «πιάνω το νόηµα», όπως λέει, και τελικά µου µιλάει 25 λεπτά σαν ενθουσιασµένος έφηβος, µέχρι να τον διακόψει η επίσης ευγενέστατη υπεύθυνη της εταιρείας.

«Χαίροµαι που ανέφερες τη λέξη “µοίρασµα” ρωτώντας µε για τον νέο δίσκο», λέει. «Για µένα αυτό ήταν το νόηµα. Κάθε καλλιτέχνης µε τον οποίο διάλεξα να συνεργαστώ ήταν για µένα σηµαντικός, υπήρχε λόγος για την επιλογή του. Η επιθυµία µου, όµως, δεν ήταν να συνεργαστούµε από µακριά. Γι’ αυτό, για να τους γνωρίσω, ταξίδεψα σε όλο τον κόσµο. Σκοπός µου ήταν να γράψω µουσική που µου ενέπνεε ο καθένας και, παράλληλα, να του αφήσω το χώρο να είναι ο εαυτός του. Εξεπλάγην όταν όλοι είπαν ναι. Οι καλλιτέχνες, ξέρεις, είµαστε ντροπαλοί, δεν µοιραζόµαστε εύκολα τον προσωπικό µας χώρο. Η ηλεκτρονική µουσική, δε, είναι µια µοναχική διαδικασία, το να είσαι στο στούντιο είναι σαν να είσαι στο ατελιέ σου. Με συγκίνησε το ότι όλοι µου άνοιξαν τις πόρτες και την αγκαλιά τους».

Πώς ήταν δυνατόν να πουν όχι, όταν γι’ αυτούς ο Ζαρ υπήρξε είδωλο; «Αυτό δεν µπορούσα να το ξέρω. Είναι σαν να κοιτάς τον εαυτό σου στον καθρέφτη. Ποτέ δεν καταλαβαίνεις πώς σε βλέπουν οι άλλοι. Οµως το µοίρασµα είναι κάτι που θέλω στη ζωή µου. Ειδικά σε µια εποχή που αυτό γίνεται µέσω Facebook, την ίδια ώρα που δεν µιλάµε στον γείτονά µας. Αγγίζουµε περισσότερο το κινητό µας από ό,τι τον σύντροφό µας. Εχεις κοντά σου την οικογένεια και τους φίλους σου, αλλά είναι σπάνιο να ξεκινήσεις µια διαδικασία δηµιουργίας από κοντά µε κάποιον καλλιτέχνη. Γι’ αυτό για µένα δεν υπάρχουν δευτερεύοντα κοµµάτια σε αυτόν το δίσκο. Ολα αντιπροσωπεύουν ξεχωριστούς ανθρώπους».

Οικογένεια έχει αρκετά µεγάλη. Παντρεύτηκε τρεις φορές: τη Φλορ Γκιγιάρ το 1975, τη διάσηµη ηθοποιό Σαρλότ Ράµπλινγκ το 1977, µε την οποία έκαναν σχέση ενώ και οι δύο ήταν ήδη παντρεµένοι και είχαν από ένα παιδί (έκαναν και µαζί ένα), και, τέλος, τη Γαλλίδα ηθοποιό Αν Παριγιό το 2005 – πήραν διαζύγιο το 2010. Aνάµεσα στον δεύτερο και τον τρίτο γάµο του, ο Ζαρ είχε και ένα ειδύλλιο µε την Ιζαµπέλ Ατζανί.

Επηρεάζει τη µουσική σας η προσωπική σας ζωή; τον ρωτάω. «Οτιδήποτε συµβαίνει στη ζωή ενός καλλιτέχνη είναι πρώτη ύλη για την τέχνη του». Τελικά παράγει καλύτερη τέχνη η χαρά ή η θλίψη; «Πάντα θεωρούσα ότι η ευτυχία είναι ένα θλιµµένο τραγούδι. Μου φαίνεται ενδιαφέρον ότι σε όλες τις τέχνες, και ειδικά στη δική µου, υπάρχει το παράδοξο µιας γλυκιάς µελωδίας πίσω από την οποία κρύβεται κάτι σκοτεινό. Η σωστή ισορροπία µεταξύ των δύο είναι που κάνει τα πιο ενδιαφέροντα έργα τέχνης».

Στον νέο δίσκο, όπως και στις περισσότερες δουλειές του, αυτό είναι ένα βασικό χαρακτηριστικό. Και µέσα από αυτό που κάποτε θεωρούσαµε ψυχρή ηλεκτρονική µουσική, χωρίς στίχους και ιστορία, βγαίνει το περισσότερο συναίσθηµα. Είναι η µουσική του µέλλοντος; «Είναι η κλασική µουσική του 21ου αιώνα. ∆εν είναι µόνο ένα είδος, είναι ένας άλλος τρόπος σύνθεσης, όχι µε νότες και παρτιτούρες, αλλά µε ήχους. Σαν να ζωγραφίζεις χώνοντας τα χέρια σου στα χρώµατα. Οσον αφορά τους στίχους, πάντα ήµουν επιφυλακτικός µε το στοιχείο της αφήγησης. Κοµµάτια που αγαπώ µε απογοητεύουν µε την ιστορία που αφηγούνται. Οι εικόνες που έχω δεν ταυτίζονται µε αυτές που πλασάρει ο δηµιουργός. Εµένα µου αρέσει να αφήνω τον κόσµο να δηµιουργεί τις δικές του εικόνες και ιστορία. Γι’ αυτό µπορούν να τη νιώσουν όλοι, είναι µια παγκόσµια γλώσσα. Μπορεί να σκεφτόµαστε κάτι διαφορετικό, να έχουµε άλλη ιστορία στο µυαλό µας, αλλά να νιώθουµε όλοι το ίδιο πράγµα».

To δισκογραφικό πρότζεκτ της Electronica θα ολοκληρωθεί την άνοιξη του 2016, όταν θα κυκλοφορήσει και το δεύτερο µέρος. Επειτα θα είναι έτοιµος για συναυλίες, εκείνες που αφήνουν συνήθως µε ανοιχτό το στόµα το κοινό. Είναι η µουσική σας φτιαγµένη για µεγάλα ακροατήρια, για εντυπωσιακά σόου; «Το να παίζεις πίσω από το λάπτοπ σου δεν είναι και το πιο σέξι πράγµα. Με ενδιέφερε πάντα η όπερα και µου άρεσε το πώς οι συνθέτες συνεργάζονταν µε µαραγκούς, ενδυµατολόγους, µακιγιέρ για να οπτικοποιήσουν τη µουσική τους. Οταν ξεκίνησα να παίζω, δεν υπήρχαν χώροι για ηλεκτρονική µουσική, οπότε πάντα θεωρούσα ότι είναι καλύτερα να παίζεται σε ανοιχτό χώρο, µε τον ουρανό για ταβάνι. Οσο για το κοινό… µπορεί να είναι πιο τροµακτικό το µικρό ακροατήριο από το τεράστιο. Αλλωστε δεν έχει σηµασία. Το κοινό δεν το βλέπεις, το νιώθεις. Είτε είναι 100 άτοµα είτε 3,5 εκατοµµύρια, συνδέεσαι µαζί τους, αποκτάς επαφή µε το συναίσθηµα».

[gcal id=”1116″]

0 246